5 Ocak 2017 Perşembe

[Online] Το σενάριο της πτώχευσης



Το τελευταίο διάστημα άρχισαν να επανέρχονται τα σενάρια περί πτώχευσης της Ελλάδας σε περίπτωση που δεν βρεθεί λύση για τη συνέχιση της χρηματοδότησης του χρέους (πχ μέσω ενός τέταρτου μνημονίου). Ασφαλώς φοβίζει την Ευρώπη η πτώχευση της Ελλάδας διότι δεν υπάρχει ούτε νομικό πλαίσιο, ούτε εμπειρία. Εκτός αυτού κανένας δεν μπορεί να είναι σίγουρος σχετικά με το ότι, δεν θα προκαλούταν μία αλυσιδωτή αντίδραση – η οποία θα οδηγούσε στη ραγδαία αύξηση των επιτοκίων δανεισμού των υπολοίπων χωρών της περιφέρειας, στην αδυναμία εξόφλησης των υποχρεώσεων της Ιταλίας σε συνδυασμό με την τεράστια τραπεζική κρίση που βιώνει, σε προβλήματα του άρρωστου χρηματοπιστωτικού συστήματος πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών κοκ., με τελικό αποτέλεσμα τη διάλυση της Ευρωζώνης.



Υπάρχουν βέβαια και άλλες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες δεν είναι απαραίτητο να συμβεί το παραπάνω τρομακτικό σενάριο, εάν η Ελλάδα δεν μπορέσει πράγματι να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις της – επειδή η Ευρωζώνη είναι ήδη προετοιμασμένη, έχοντας λάβει τα μέτρα της.

Από την άλλη πλευρά, η πτώχευση μίας χώρας δεν είναι ανάλογη με τη χρεοκοπία μίας επιχείρησης – η οποία εξαφανίζεται, σε αντίθεση με τη χώρα που συνεχίζει να υπάρχει. Ειδικότερα, τα αποτελέσματα μιας κρατικής χρεοκοπίας είναι οδυνηρά μεν για τους δανειστές της, αλλά «ανακουφιστικά» ουσιαστικά για την ίδια και τους πολίτες της – αφού παρέλθει το πρώτο μεγάλο σοκ, το οποίο θα διαρκέσει λίγους μήνες.

Αυτό που απαιτείται βέβαια είναι η δραστηριοποίηση, αμέσως μετά, σύσσωμου του εργατικού δυναμικού της – το οποίο, στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι υπαρκτό και εξαιρετικά ικανό, υπό την προϋπόθεση πως η οικονομία και η κοινωνία θα κινηθούν προς την κατεύθυνση του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.


Επομένως, μία χρεοκοπημένη χώρα, εάν δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώνει τους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς επίσης τους συνταξιούχους της με ευρώ, τότε κατά τη μεταβατική φάση προς ένα εθνικό νόμισμα εκδίδει υποσχετικές πληρωμών – με τις οποίες αυξάνει μόνη της τη ρευστότητα στην οικονομία της, χωρίς να είναι εξαρτημένη από την ΕΚΤ.

Φυσικά οι υποσχετικές αυτές έχουν τα δικά τους προβλήματα – τα οποία όμως είναι πολύ μικρότερα, από το να μην κυκλοφορούν καθόλου χρήματα στην αγορά, όπως συμβαίνει σήμερα. Δεν έχουν δε μόνο μειονεκτήματα, αλλά και μία σειρά πλεονεκτημάτων, τα οποία είναι ίσως περισσότερα υπό τις σημερινές συνθήκες που έχουν εξαθλιώσει την πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας.

Χωρίς να επεκταθούμε σε λεπτομέρειες, υπάρχουν παραδείγματα χρεοκοπίας μίας χώρας, με την ταυτόχρονη παραμονή της σε μία «νομισματική ένωση» – όπως αυτό ενός κρατιδίου της Ελβετίας το οποίο, αν και δεν είναι συγκρίσιμο με την Ελλάδα, τεκμηριώνει ότι η πτώχευση δεν αποτελεί καταστροφή.

Το κρατίδιο χρεοκόπησε, μηδένισε επομένως τα χρέη του, άλλαξε το πολιτικό του προσωπικό οδηγώντας τους υπεύθυνους στη φυλακή, μείωσε τη γραφειοκρατία του και σταμάτησε να χρηματοδοτεί τα ακριβά εγχειρήματα – διατηρώντας το νόμισμα του και επιβιώνοντας αξιοπρεπώς.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι οι Η.Π.Α. – όπου όλες σχεδόν οι Πολιτείες τους έχουν χρεοκοπήσει κάποια στιγμή στο παρελθόν, χωρίς να αντικαταστήσουν το δολάριο και χωρίς να πάψουν να ανήκουν στο αμερικανικό κράτος. Όλοι θυμούνται άλλωστε πως η Καλιφόρνια κινδύνευσε να χρεοκοπήσει, υιοθετώντας τις υποσχετικές για την πληρωμή των δημοσίων υπαλλήλων – χωρίς κανένας να αναφερθεί σε έξοδο της από τις Η.Π.Α. ή στην υιοθέτηση ενός δικού της νομίσματος.

Ενδεχομένως λοιπόν η λύση της χρεοκοπίας να είναι η μοναδική βιώσιμη για την Ελλάδα, ενώ η διατήρηση της στο σημερινό «κώμα», είναι ότι χειρότερο θα μπορούσε να της συμβεί. Σωστά λέγεται δε πως είναι καλύτερο ένα τρομακτικό τέλος, από έναν τρόμο δίχως τέλος, όπως αυτός που βιώνουμε σήμερα.

Εάν η ζήτηση (καταναλωτική και επενδυτική) του ιδιωτικού τομέα συνεχίσει να παραμένει αδύναμη, εάν η εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου είναι το αποτέλεσμα της συρρίκνωσης των εισαγωγών και όχι της αύξησης των εξαγωγών, καθώς επίσης εάν το πλεόνασμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης, τότε η οικονομική ανάπτυξη, χωρίς την οποία η Ελλάδα είναι καταδικασμένη στην απόλυτη χρεοκοπία, μπορεί να επιστρέψει μόνο με την εγκατάλειψη των μέτρων λιτότητας.

Στα πλαίσια αυτά, απαιτείται μία εναλλακτική χρηματοδότηση των δημοσίων επενδύσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να αντιστρέψουν την τάση.

Η χρηματοδότηση αυτή μπορεί να επιτευχθεί με την έκδοση ενός παράλληλου νομίσματος εκ μέρους της κυβέρνησης, με αποδέκτες τους δημοσίους υπαλλήλους, τους προμηθευτές του κράτους, καθώς επίσης τους υπόλοιπους πιστωτές της χώρας – κατά το παράδειγμα πολλών Πολιτειών των Η.Π.Α. και με τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

(α) μηδενικό τοκομερίδιο – καμία πληρωμή τόκων δηλαδή (zero bonds),

(β) διαρκή ισχύ – καμία εξόφληση του, οπότε μη αύξηση του δημοσίου χρέους,

(γ) ελεύθερη μεταβίβαση – εκχώρηση σε τρίτους, ελεύθερη διαπραγμάτευση στις αγορές και, τέλος

(δ) αντίκρισμα σε ευρώ – όχι σε άλλο νόμισμα, όπως προτείνεται από διαφόρους, οπότε καμία σύγκρουση με τους κανόνες που διέπουν την Ευρωζώνη.

Το παράλληλο αυτό ευρώ, το οποίο είναι μία μορφή πιστωτικού σημειώματος με ευρύτερη χρήση, θα πρέπει να γίνεται δεκτά από το δημόσιο της εκάστοτε χώρας, για την πληρωμή (διακανονισμό) των φορολογικών υποχρεώσεων του ιδιωτικού τομέα, στην ονομαστική του τιμή – αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο μία «τιτλοποίηση» των μελλοντικών κρατικών εσόδων.

Θα μπορούσε φυσικά να διανέμεται σε ηλεκτρονική μορφή, στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων – επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Επίσης, θα μπορούσε να αποστέλλεται ως πιστοποιητικό, σε ονομαστικές αξίες των 50 € ή 100 €, έτσι ώστε να διευκολύνονται οι συναλλαγές του ιδιωτικού τομέα. Προφανώς δε θα είναι υποχρεώσεις του δημοσίου, άτοκες όμως, ισοδύναμες με εκπτώσεις μελλοντικών φόρων.

Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση, η οποία θα εξοικονομεί μεγάλες ποσότητες χρημάτων, θα είχε τη δυνατότητα να αυξήσει τις δημόσιες επενδύσεις – εγκαταλείποντας την καταστροφική πολιτική λιτότητας.

Οι ενέργειες αυτές θα μπορούσαν βέβαια να θεωρηθούν ως παραβάσεις του συμφώνου σταθερότητας (έλλειμμα 3%), όπου όμως δύσκολα θα επιβαλλόταν πρόστιμο από την Κομισιόν – αφού τόσο η Γερμανία, όσο και η Γαλλία έχουν παραβιάσει πολλές φορές το σύμφωνο στο παρελθόν.

Σε κάθε περίπτωση, με τον τρόπο αυτό θα εξασφαλιζόταν η δυνατότητα να δοθούν δημοσιονομικά κίνητρα, τα οποία θα αναθέρμαιναν την οικονομική δραστηριότητα – οπότε θα αυξάνονταν τα έσοδα του δημοσίου, θα περιοριζόταν τα ελλείμματα και θα μειωνόταν το χρέος ως προς το ΑΕΠ, λόγω κυρίως της αύξησης του ΑΕΠ.

Θα μπορούσαν βέβαια να υπάρξουν «επιπλοκές» από τη μία ή την άλλη μέθοδο, όσον αφορά την υπερβολική αύξηση του πληθωρισμού, την απαραίτητη βελτίωση της είσπραξης και ισότιμης κατανομής των φόρων, τη μη υιοθέτηση διαρθρωτικών αλλαγών, την ενδεχόμενη σπατάλη του δημοσίου κλπ.

Υπάρχουν πολλές δυνατότητες όμως να αντιμετωπισθούν με επιτυχία, ενώ πρέπει να σταματήσει αμέσως η υπερβολική φορολόγηση των Ελλήνων, η εξαθλίωση, η λεηλασία τους, η δήμευση της ιδιωτικής περιουσίας, καθώς επίσης η εκποίηση της δημόσιας – ενέργειες που μας οδηγούν στη ανεξέλεγκτη χρεοκοπία σαν στυμμένη λεμονόκουπα.

Ασφαλώς θα προτιμούσαμε να μη συμβεί τίποτα από τα παραπάνω – ούτε να χρεοκοπήσει ξανά η Ελλάδα, ούτε να υποχρεωθεί να εκδώσει υποσχετικές πληρωμών. Εν τούτοις, έτσι όπως εξελίσσονται τα γεγονότα, πόσο μάλλον με το υφιστάμενο πολιτικό προσωπικό, σε συνδυασμό με τα τεράστια λάθη του παρελθόντος (PSI), τα οποία δυστυχώς συνεχίζονται, δεν βλέπουμε να αποφεύγουμε ούτε το ένα, ούτε το άλλο – εάν δεν συμβούν και τα δύο μαζί ή κάτι άλλο, ακόμη χειρότερο.

Ολοκληρώνοντας, ισχύει φυσικά το ότι, η σημερινή ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερε να κερδίσει καμία διαπραγμάτευση με τους πιστωτές – χάνοντας στο τέλος περισσότερα από αυτά που θα έχανε, εάν δεν είχε καθόλου διαπραγματευθεί.

Από την άλλη πλευρά όμως, το μόνο που θα κάνει η αξιωματική αντιπολίτευση, σύμφωνα βέβαια με τις δηλώσεις της, είναι να μην διαπραγματευτεί καθόλου, αναλαμβάνοντας τη ιδιοκτησία των μνημονίων – γεγονός που σημαίνει ότι, δεν θα διακινδυνεύσει να χάσει τίποτα, αφού θα ακολουθήσει πιστά τα μέτρα που θα της επιβάλλονται. Με δεδομένο όμως το ότι, αυτά ακριβώς τα μέτρα μας έχουν οδηγήσει μέχρι εδώ, το τελικό αποτέλεσμα δεν θα αλλάξει.

Άρα, χρειάζεται ευρύτατη λαϊκή ενημέρωση και πληροφόρηση ότι υφίσταται εναλλακτικός δρόμος σε αριστερή κατεύθυνση.


Νάσος Θεοδωρίδης

Hiç yorum yok:

Yorum Gönder